Σελίδες

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Για τον τραγικο θάνατο του άνεργου ναυτεργάτη Ξενοφώντα Λούγαρη

Την είδηση για το θάνατο του άνεργου ναυτεργάτη συναγωνιστή μας Ξενοφώντα Λούγαρη τη μάθαμε μετά τις 3.30μμ Μιλήσαμε με τους ανθρώπους του ΠΑΜΕ που έδιναν όλες τις πληροφορίες(και το όνομα λέγοντας μας την παράκληση του γυιου του, να μην ανακοινωθεί το όνομα πριν το μάθει η γυναίκα του.)
Θυμήθηκα αργότερα ότι το ασθενοφόρο ακούστηκε αρκετά αργότερα στην περιοχή και πολλοί αναρωτήθηκαν τι συμβαίνει.
Εντύπωση προκαλεί πάντως το γεγονός της προσπάθειας καπηλείας από τη Χ.Α.(!!) -που μίλησε υποκριτικά  για έγκλημα της κυβέρνησης, (σιγά μη  νοιάστηκε η κ.Ζαρούλια για τον διαδηλωτή του ΠΑΜΕ)- αλλά και κατι άλλες "γκρίνιες" και θαυμαστικά από ...άλλους, ότι το ΠΑΜΕ δεν έβγαλε αμέσως ανακοίνωση...

Κάποια θέματα είναι πολύ σοβαρά και καλό είναι μερικοί να σκέφτονται λίγο παραπάνω πριν μιλήσουν με τόσο πάθος.

Να πως αναφέρεται το τραγικό θέμα στο σημερινό Ριζοσπάστη.

Τελευταία διαδήλωση για άνεργο ναυτεργάτη

Την τελευταία του πνοή άφησε χτες ένας άνεργος ναυτεργάτης διαδηλώνοντας κάτω απ' τις σημαίες του ΠΑΜΕ ενάντια στα βάρβαρα μέτρα της συγκυβέρνησης.



Τα μπλοκ του ΠΑΜΕ είχαν περάσει ήδη απ' το Σύνταγμα και γύρω στη 1:10 ο 65χρονος Ξενοφών Λούγαρης, νιώθοντας αδιαθεσία, κάθησε στο προαύλιο της Ρώσικης Εκκλησίας στην οδό Φιλελλήνων. Μια νοσηλεύτρια κατάλαβε ότι «κάτι συμβαίνει» και τον ρώτησε «τι έχει;». Απάντησε πως νιώθει πόνο στο στήθος.

Η νοσηλεύτρια έτρεξε και ειδοποίησε γιατρούς διαδηλωτές που έφθασαν αμέσως και άρχισαν τις μαλάξεις. Ταυτόχρονα ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ. Οι γιατροί συνέχισαν τις μαλάξεις μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο, το οποίο έφτασε με μεγάλη καθυστέρηση. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» «με μυδρίαση και άσφυγμος», σύμφωνα με το ανακοινωθέν του «Ευαγγελισμού», το οποίο συμπληρώνει: «Εγιναν οι διαδικασίες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης από τους ιατρούς του Καρδιολογικού Τμήματος χωρίς αποτέλεσμα».

Οι σύντροφοί του ψάχνουν στις τσέπες του. Βρίσκουν την κάρτα ανεργίας. Είχε να κάνει μεροκάματο απ' το 2006. Απ' τον κατάλογο του κινητού του καταφέρνουν να έρθουν σε επαφή με το -μονάκριβο- γιο του, που έφτασε στον «Ευαγγελισμό». Το πρώτο που ζήτησε ήταν να μη γίνει γνωστό αμέσως το όνομα του πατέρα του, μη το μάθει απ' τα μέσα ενημέρωσης, η επίσης άνεργη μάνα του.

«Ο πατέρας μου πήγε στον αγώνα» λέει μέσα σε αναφιλητά ο γιος του.
«Εφυγε» αγωνιζόμενος


Σε ανακοίνωσή του το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ αναφέρει:

«Το ΚΚΕ εκφράζει τη θλίψη του και τα βαθιά συλλυπητήρια στην οικογένεια του νεκρού άνεργου ναυτεργάτη. Εφυγε αγωνιζόμενος μαζί με χιλιάδες εργαζόμενους, νέους και ανέργους συναδέλφους του για τα δικαιώματα των εργαζομένων».

Ανακοίνωση έβγαλε και η Εκτελεστική Γραμματεία του ΠΑΜΕ τονίζοντας: «Εκφράζει τη βαθιά θλίψη του για τον τραγικό θάνατο του συναγωνιστή μας. Ο συναγωνιστής μας που απεβίωσε από καρδιακό επεισόδιο, ήταν μακροχρόνια άνεργος ναυτεργάτης και πάλευε μέσα από τις γραμμές του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Από την πρώτη στιγμή που αισθάνθηκε δυσφορία, του προσφέρθηκε βοήθεια από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του ΠΑΜΕ και κλήθηκε το ΕΚΑΒ.

Η Εκτελεστική Γραμματεία του ΠΑΜΕ, εκφράζει τα θερμά της συλλυπητήρια στην οικογένεια του συναγωνιστή μας».



Το μπλογκ Lenin Reloaded αφιέρωσε χθες αυτό το εξαιρετικό ποίημα του Π.Νερούντα στη μνήμη του Ξ.Λούγαρη:

Pablo Neruda

Ο λαός

(Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Radical Desire)

Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον άνθρωπο, κι έχουν περάσει τουλάχιστο δυο αιώνες
από τότε που τον είδα τελευταία φορά·
δεν ταξίδευε ούτε με άλογο ούτε με άμαξα
πάντα με τα πόδια
αναιρούσε
τις αποστάσεις,
δεν κουβαλούσε ούτε σπαθί ούτε όπλο
αλλά δίχτυα στους ώμους,
τσεκούρι ή σφυρί ή τσάπα·
δεν πολέμησε ποτέ με άλλον της δικής του φάρας --
ο αγώνας του ήταν με το νερό ή με τη γη,
με το σιτάρι, για να γίνει ψωμί,
με το ψηλό δέντρο, για να προσφέρει ξύλο,
με τους τοίχους, για να ανοίξουν πόρτες μέσα τους,
με την άμμο, για να φτιαχτούν τοίχοι,
και με τη θάλασσα, για να δώσει καρπό.

Τον ήξερα και με στοιχειώνει πάντα.


Οι άμαξες έγιναν κομμάτια
ο πόλεμος κατέστρεψε πόρτες και τοίχους,
η πόλη ήταν μια χούφτα στάχτες,
και όλα τα φορέματα γινήκαν σκόνη
και για μένα επιμένει,
επιβιώνει στην άμμο,
όταν πριν τα πάντα έμοιαζαν
να αντέχουν εκτός απ΄αυτόν.

Στο πήγαινε και το έλα οικογενειών,
μερικές φορές ήταν ο πατέρας μου, ή συγγενής μου,
ή σχεδόν ήταν, ή αν όχι, ίσως
ήταν ο άλλος που δεν επέστρεφε ποτέ στο σπίτι
γιατί τον κατάπινε το νερό ή η γη,
τον σκότωνε μια μηχανή ή ένα δέντρο
ή ήταν ο μαραγκός στην κηδεία
που περπάταγε πίσω απ' το φέρετρο, με μάτια στεγνά,
κάποιος που ποτέ δεν είχε όνομα,
εξόν όπως έχουν το ξύλο και το μέταλο ονόματα,
και τον οποίο οι άλλοι κοίταγαν από ψηλά,
χωρίς να βλέπουν το μυρμήγκι,
μόνο τη μυρμηγκοφωλιά·
έτσι ώστε όταν τα πόδια του σταμάταγαν να κινούνται,
γιατί, φτωχός και κουρασμένος, είχε πεθάνει,
δεν έβλεπαν ποτέ αυτό που δεν συνήθισαν να βλέπουν--
ήδη άλλα πόδια περπάταγαν στο κατόπι του.

Τα άλλα πόδια ήταν πάλι αυτός,
και τα άλλα χέρια το ίδιο.
Ο άνθρωπος επέμενε.
Όταν έμοιαζε πως είχε εξαντληθεί,
ήταν πάλι ο ίδιος άνθρωπος·
να τον πάλι, να σκάβει το χώμα,
να κόβει ύφασμα, αλλά χωρίς πουκάμισο ο ίδιος,
ήταν εκεί και δεν ήταν, όπως πριν,
είχε φύγει και είχε αντικαταστήσει τον εαυτό του·
και επειδή ποτέ του δεν είχε νεκροταφείο
ή τάφο, ή το όνομά του χαραγμένο
στην πέτρα που ίδρωσε να κόψει,
κανείς δεν ήξερε ποτέ ότι ήρθε
και κανείς δεν ήξερε όταν πέθαινε
κι έτσι μόνο όταν μπορούσε ο φτωχός
επέστρεφε στη ζωή απαρατήρητος.

Ήταν ο άνθρωπος, στα σίγουρα, χωρίς κληρονομιά,
χωρίς γελάδια, χωρίς θυρεό,
και δεν ξεχώριζε απ' τους άλλους,
τους άλλους που ήταν αυτός,
από ψηλά ήταν γκρίζος, σαν τον πηλό,
ήταν θαμπός, σαν το πετσί,
ήταν κίτρινο θερισμένο σιτάρι,
ήταν μαύρος στα ανθρακωρυχεία
ήταν στο χρώμα της πέτρας στα κάστρα,
ήταν στο χρώμα του τόνου στην ψαρόβαρκα,
ήταν στο χρώμα του αλόγου στις πεδιάδες--
πώς να τον ξεχωρίσεις
όταν ήταν αδιαχώριστος απ' το στοιχείο του,
γη, κάρβουνο, θάλασσα μ' ανθρώπινη μορφή;

Όπου ζούσε, ό,τι
άγγιζε ο άνθρωπος μεγάλωνε--
οι εχθρικές πέτρες
που σπάγαν
στα χέρια του
παίρνανε σχήμα και γραμμή
και μία-μία
έπαιρναν τις καθαρές μορφές κτηρίων·
έφτιαχνε ψωμί με τα χέρια,
έβαζε τα τραίνα στη γραμμή·
οι αποστάσεις γέμιζαν με πόλεις,
μεγάλωναν άλλοι ανθρώποι,
ερχόντουσαν οι μέλισσες,
και μέσα από τη δημιουργία και τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπου,
περιπλανιόταν η άνοιξη στην αγορά
ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

Ο πατέρας των καρβελιών ξεχάστηκε,
αυτός που έκοβε και περπάταγε φορτωμένος, που καθάριζε
και άνοιγε τα μονοπάτια, που μετακινούσε την άμμο·
όταν δημιουργήθηκαν όλα, αυτός έπαψε να υπάρχει.

Την χάρισε την ύπαρξή του, κι αυτό ήταν όλο.
Πήγε κάπου αλλού να δουλέψει και στο τέλος
πήγε προς τον θάνατο, κατρακυλώντας
σαν πέτρα στο ποτάμι·
ο θάνατος τον κουβάλησε προς τις εκβολές.

Εγώ, που τον ήξερα, τον είδα να βυθίζεται
μέχρι που υπήρχε μόνο σε ό,τι άφηνε--
δρόμους που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει,
σπίτια όπου δεν θα 'μενε ποτέ.

Και επιστρέφω να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

Τον βλέπω στο φέρετρό του και τον βλέπω αναστημένο.

Τον ξεχωρίζω από όλους
τους άλλους που είναι ίσοι του
και μού φαίνεται ότι αυτό δεν γίνεται,
ότι αυτός ο δρόμος δεν μάς πάει πουθενά,
ότι το να συνεχίζεις έτσι δεν έχει δόξα καμιά.

Πιστεύω ότι ο ουρανός πρέπει να αγκαλιάσει
αυτόν τον άνθρωπο, σωστά ποδημένο και εστεμμένο.

Νομίζω ότι αυτοί που έφτιαξαν τόσα πολλά
θα πρεπε να είναι όλων οι ιδιοκτήτες.
Ότι αυτοί που φτιάχνουν ψωμί πρέπει να τρώνε.

Ότι αυτοί που είναι στις στοές των ορυχείων πρέπει να έχουν φως.

Αρκετά τώρα με τους γκρίζους αλυσσοδεμένους!

Αρκετά με τις χλωμές ψυχές που εξαφανίστηκαν!

Κανείς να μην περαστεί για οτιδήποτε άλλο από ηγεμόνας.

Καμιά γυναίκα χωρίς διάδημα.

Γάντια χρυσά για κάθε χέρι.

Καρποί του ήλιου για όλους τους σκοτεινιασμένους!

Τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο, και όταν μπορούσα,
όταν ακόμα είχα μάτια στο κεφάλι μου,
όταν ακόμα είχα φωνή στο λαρύγγι μου,
τον αναζητούσα μέσα στους τάφους και τού έλεγα
κρατώντας του το χέρι, που δεν είχε γίνει ακόμα σκόνη:

"Όλα θα περάσουν, και θα ζεις ακόμα.

Βάζεις στη ζωή φωτιά.

Έφτιαξες αυτό που είναι δικό σου."

Έτσι, να μην αναστατωθεί κανείς όταν
μοιάζω μόνος αλλά δεν είμαι μόνος·
δε μού λείπει η παρέα και μιλάω για όλους.

Κάποιος με ακούει δίχως να το ξέρει,
αλλά αυτοί που τραγουδώ, αυτοί που ξέρουν,
συνεχίζουν να γεννιούνται και θα πλημμυρίσουν τον κόσμο.
Αντανάκλαση: giorgossarris