| Από: www.epikaira.gr |
Όπως μπορείτε να δείτε στους σχετικούς πίνακες, την περσινή σεζόν ο Γιώργος Δαλούκας, διαιτητής που «παύθηκε» στη φετινή πρεμιέρα, εισέπραξε το ποσό των 30.000 ευρώ! Σαφώς περισσότερα από αυτά του μέσου Έλληνα εργαζόμενου. Άρα; Άρα, «γίνε, παιδί μου, διαιτητής».
Η πρώτη παράμετρος που τίθεται σχετικά με τα χρήματα που παίρνουν οι διαιτητές είναι πως είναι δυσανάλογα με τα ποσά που «παίζονται» στο ποδόσφαιρο. Όταν, για παράδειγμα, ο Μέσι βάζει στην τσέπη του γύρω στα 33.000 ευρώ την… ημέρα, τι να μας πει από τη… ζωή του ο Ισπανός διαιτητής που έχει ετήσιο εισόδημα 50.000 ευρώ; Ή, όταν ο Σισέ με τον Ριέρα εισπράττουν από 2.500 ευρώ την ημέρα –όχι τον αγώνα–, τι… ρόλο παίζει ο διαιτητής Αρετόπουλος, για παράδειγμα, που παίζει για 1.560 ευρώ; Είναι αυτό που λέγανε οι παλιοί μάγκες «ολόκληρη η ζωή σου, ένα δικό μου Σαββατοκύριακο». Αυτή η ασυμβατότητα έπαιξε το δικό της ρόλο στα ποδοσφαιρικά πράγματα, αλλά αποτέλεσμα δεν βγήκε, όταν τέθηκε το ζήτημα αν πρέπει οι ρέφερι να γίνουν αμιγώς επαγγελματίες.
Ένα άλλο «θέμα» που τίθεται, όσον αφορά στην ελληνική ποδοσφαιρο-κοινωνική πραγματικότητα, είναι το εξής: Οι διαιτητές που προπληρώνονται και μετά σφυρίζουν μπορούν να είναι ανεπηρέαστοι, όταν γνωρίζουν πως μια κακή διαιτησία μπορεί να τους θέσει εκτός πινάκων; Τι είναι «κακή διαιτησία»; Είναι μια διαιτησία που δεν «εξυπηρετεί» τους «μεγάλους». Διότι οι «μεγάλοι», όταν διακυβεύονται τα δισεκατομμύριά τους από ένα σφύριγμα και μόνο, ενδιαφέρονται μόνο για το «καλό» τους κι όχι για την αντικειμενικότητά της.
Στους πίνακες, επίσης, μπορείτε να δείτε και τη συχνότητα με την οποία σφυρίζουν οι διαιτητές ή είναι αναπληρωματικοί – επίσης πληρώνονται. Ο Δαλούκας με τον Σταθόπουλο σφύριξαν τις περισσότερες φορές. Τρίτος, ο Κάκος. Τυχαίο; Δεν… ξέρουμε.
Την τρέχουσα σεζόν –δεν περιλαμβάνεται η τελευταία αγωνιστική– ο καταμερισμός είναι περίπου ο ίδιος για όλους. Τυχαίο; Πάλι δεν ξέρουμε. Πάντως, να θυμίσουμε ότι στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος, ο πρόεδρος του Ολυμπιακού Βαγγέλης Μαρινάκης καταφέρθηκε εναντίον του Δαλούκα για το πέναλτι που σφύριξε υπέρ του Παναθηναϊκού στον αγώνα με τον Άρη κι από τότε «κάτι άλλαξε» όσον αφορά στους διαιτητές. Λέγεται, μάλιστα, ότι οι «μεγάλοι» θέλουν να γνωρίζουν εκ των προτέρων όχι ποιοι θα τους σφυρίξουν, αλλά ποιους έχει η ΚΕΔ κατά νου να βάλει να τους σφυρίξουν. Κι ανάλογα αρχίζουν τις «πιέσεις».
Όταν, λοιπόν, οι διαιτητές δεν είναι δυνατόν να γυρίζουν την πλάτη στα 1.560 ευρώ και μάλιστα σε εποχές κρίσης, τι θα κάνουν όταν μπαίνουν στο γήπεδο; Αν, πάντως, δούμε το όλο θέμα σε μια γενικότερη βάση κι όχι μόνο ποδοσφαιρική, όποιος «επιλέγεται» για ένα πόστο θα πρέπει να παίξει το ρόλο για τον οποίο έχει «επιλεγεί». Μην αναρωτηθείτε αν ο ρόλος αυτός είναι «φτηνός». Ο καθένας έχει τα δικά του στάνταρντ. Ύστερα, δεν είναι μόνο αυτά. Οι διεθνείς διαιτητές, ας πούμε: ρίξτε μια ματιά να δείτε τι έχουν λαμβάνειν για ένα ματς ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων. Εκεί είναι σαφώς περισσότερα. Κι εκτός αυτού, ο κάθε διαιτητής φροντίζει και πλασάρει τον εαυτό του στην κοινωνία, κι από εκεί μπορεί ν’ αποκομίσει οφέλη (και) οικονομικά. Μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες διαιτητές καλούνται συχνά πυκνά για να σφυρίξουν αγώνες στο Κατάρ και τα άλλα εμιράτα. Είναι σαφώς περισσότερα, συν κάποια δώρα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Εν κατακλείδι, η διαιτησία είναι ένα λειτούργημα, το ποίο έχει πολλά λεφτά…
Πρέπει να ξέρεις να «πεθαίνεις»
Το τελευταίο διάστημα διαπιστώνουμε μια αλληλουχία αποχωρήσεων ή τάσεων για αποχωρήσεις από προβεβλημένους παράγοντες του ποδοσφαίρου. Αν αναφερθούμε στις πλέον προβεβλημένες, αρχής γενομένης από τους Μελισσανίδη και Καρρά και τον Ντέμη Νικολαΐδη, είχαμε την περίπτωση του Σωκράτη Κόκκαλη, της οικογένειας Βαρδινογιάννη, των Ανδρέα Βγενόπουλου και Νικόλα Πατέρα και εσχάτως και του εφοπλιστή Παππά. Ασφαλώς και οι λόγοι της αποχώρησης του καθενός είναι διαφορετικοί. Όμως έχει τη σημειολογία του ο τρόπος που ο καθένας φεύγει.
Αν σταθούμε στις πιο πρόσφατες αποχωρήσεις με συγκεκριμένη αιτία, θα δούμε ότι με ιδιαίτερη αξιοπρέπεια προσπάθησε να περιβάλλει την οριστική του, καθώς φαίνεται, απόφαση ο Τζίγκερ και η οικογένειά του. Την ίδια εντύπωση δεν φαίνεται να δημιούργησαν στο φίλαθλο κόσμο οι αποχωρήσεις Βγενόπουλου και Πατέρα, ενώ και η συνέντευξη Παππά, με την οποία προανήγγειλε το δικό του «φευγιό», κάθε άλλο παρά θα μείνουν στη μνήμη μας ως «ντόμπρες εξηγήσεις». Κι αυτό διότι «γούστο και καπέλο» του καθενός είναι –ειδικά μάλιστα όταν έχει να κάνει με την τσέπη του– το να αποφασίσει την από ένα σημείο κι έπειτα πορεία του. Όμως έχει σημασία όχι μόνο πως το δικαιολογείς αυτό, επαρκώς προς τα έξω, για να μην εκτεθείς και να μην παρεξηγηθείς σε ένα χώρο που οι παρεξηγήσεις, σκόπιμες ή από αφέλεια, είναι συχνές, αλλά και τα λόγια που λες να αντιπροσωπεύουν ευθύ άνδρα και όχι κακομοίρη. Με το να αναζητείς δικαιολογίες στα δήθεν λάθη άλλων ή σε καταστάσεις που δεν υπάρχουν, απλώς συνιστά την πιο τρανή επιβεβαίωση του αισώπειου μύθου: Ότι κάθε άνθρωπος, «δύο πήρας φέρει. Μίαν έμπροσθεν και μίαν όπισθεν». Που σε πιο απλά ελληνικά σημαίνει ότι βλέπεις μόνο το περιεχόμενο του σάκου που κουβαλάς μπροστά σου και όχι το περιεχόμενο του σάκου που είναι κρεμασμένος στην πλάτη σου. Σε ακόμη πιο απλά ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι «δεν βλέπει τη δικιά του καμπούρα»!
Το χειρότερο γι’ αυτούς τους παράγοντες που αποχωρούν με αυτό τον τρόπο είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψουν και μάλιστα ως Μεσσίες. Γιατί αυτό που μένει στο μυαλό του φίλαθλου και κυρίως του οπαδού είναι ότι η ενασχόλησή τους με τα κοινά του ποδοσφαίρου έγινε είτε για προσωπική προβολή, επειδή δεν τους ήξερε κάποτε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους –για να δανειστούμε την «κατσιφάρεια» έκφραση– είτε για να δημιουργήσουν ένα «λαϊκό έρεισμα» που θα τους ήταν χρήσιμο για άλλα πράγματα που ενδεχομένως θα είχαν στο μυαλό τους, μια και τα «ερείσματα» αυτά αρκετές φορές λειτουργούν και ως ασπίδα.
της Super League, αυτόματα βάζει στην τσέπη του 1.560 ευρώ! Οι δύο βοηθοί του, από 400 ευρώ. Κι ο τέταρτος διαιτητής, 500 ευρώ. Λίγα; Αντίθετα, είναι πολλά σε εποχές, μάλιστα, που η Ελλάδα μαστίζεται από κρίση.Όπως μπορείτε να δείτε στους σχετικούς πίνακες, την περσινή σεζόν ο Γιώργος Δαλούκας, διαιτητής που «παύθηκε» στη φετινή πρεμιέρα, εισέπραξε το ποσό των 30.000 ευρώ! Σαφώς περισσότερα από αυτά του μέσου Έλληνα εργαζόμενου. Άρα; Άρα, «γίνε, παιδί μου, διαιτητής».Η πρώτη παράμετρος που τίθεται σχετικά με τα χρήματα που παίρνουν οι διαιτητές είναι πως είναι δυσανάλογα με τα ποσά που «παίζονται» στο ποδόσφαιρο. Όταν, για παράδειγμα, ο Μέσι βάζει στην τσέπη του γύρω στα 33.000 ευρώ την… ημέρα, τι να μας πει από τη… ζωή του ο Ισπανός διαιτητής που έχει ετήσιο εισόδημα 50.000 ευρώ; Ή, όταν ο Σισέ με τον Ριέρα εισπράττουν από 2.500 ευρώ την ημέρα –όχι τον αγώνα–, τι… ρόλο παίζει ο διαιτητής Αρετόπουλος, για παράδειγμα, που παίζει για 1.560 ευρώ; Είναι αυτό που λέγανε οι παλιοί μάγκες «ολόκληρη η ζωή σου, ένα δικό μου Σαββατοκύριακο». Αυτή η ασυμβατότητα έπαιξε το δικό της ρόλο στα ποδοσφαιρικά πράγματα, αλλά αποτέλεσμα δεν βγήκε, όταν τέθηκε το ζήτημα αν πρέπει οι ρέφερι να γίνουν αμιγώς επαγγελματίες.Ένα άλλο «θέμα» που τίθεται, όσον αφορά στην ελληνική ποδοσφαιρο-κοινωνική πραγματικότητα, είναι το εξής: Οι διαιτητές που προπληρώνονται και μετά σφυρίζουν μπορούν να είναι ανεπηρέαστοι, όταν γνωρίζουν πως μια κακή διαιτησία μπορεί να τους θέσει εκτός πινάκων; Τι είναι «κακή διαιτησία»; Είναι μια διαιτησία που δεν «εξυπηρετεί» τους «μεγάλους». Διότι οι «μεγάλοι», όταν διακυβεύονται τα δισεκατομμύριά τους από ένα σφύριγμα και μόνο, ενδιαφέρονται μόνο για το «καλό» τους κι όχι για την αντικειμενικότητά της.Στους πίνακες, επίσης, μπορείτε να δείτε και τη συχνότητα με την οποία σφυρίζουν οι διαιτητές ή είναι αναπληρωματικοί – επίσης πληρώνονται. Ο Δαλούκας με τον Σταθόπουλο σφύριξαν τις περισσότερες φορές. Τρίτος, ο Κάκος. Τυχαίο; Δεν… ξέρουμε.Την τρέχουσα σεζόν –δεν περιλαμβάνεται η τελευταία αγωνιστική– ο καταμερισμός είναι περίπου ο ίδιος για όλους. Τυχαίο; Πάλι δεν ξέρουμε. Πάντως, να θυμίσουμε ότι στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος, ο πρόεδρος του Ολυμπιακού Βαγγέλης Μαρινάκης καταφέρθηκε εναντίον του Δαλούκα για το πέναλτι που σφύριξε υπέρ του Παναθηναϊκού στον αγώνα με τον Άρη κι από τότε «κάτι άλλαξε» όσον αφορά στους διαιτητές. Λέγεται, μάλιστα, ότι οι «μεγάλοι» θέλουν να γνωρίζουν εκ των προτέρων όχι ποιοι θα τους σφυρίξουν, αλλά ποιους έχει η ΚΕΔ κατά νου να βάλει να τους σφυρίξουν. Κι ανάλογα αρχίζουν τις «πιέσεις».Όταν, λοιπόν, οι διαιτητές δεν είναι δυνατόν να γυρίζουν την πλάτη στα 1.560 ευρώ και μάλιστα σε εποχές κρίσης, τι θα κάνουν όταν μπαίνουν στο γήπεδο; Αν, πάντως, δούμε το όλο θέμα σε μια γενικότερη βάση κι όχι μόνο ποδοσφαιρική, όποιος «επιλέγεται» για ένα πόστο θα πρέπει να παίξει το ρόλο για τον οποίο έχει «επιλεγεί». Μην αναρωτηθείτε αν ο ρόλος αυτός είναι «φτηνός». Ο καθένας έχει τα δικά του στάνταρντ. Ύστερα, δεν είναι μόνο αυτά. Οι διεθνείς διαιτητές, ας πούμε: ρίξτε μια ματιά να δείτε τι έχουν λαμβάνειν για ένα ματς ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων. Εκεί είναι σαφώς περισσότερα. Κι εκτός αυτού, ο κάθε διαιτητής φροντίζει και πλασάρει τον εαυτό του στην κοινωνία, κι από εκεί μπορεί ν’ αποκομίσει οφέλη (και) οικονομικά. Μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες διαιτητές καλούνται συχνά πυκνά για να σφυρίξουν αγώνες στο Κατάρ και τα άλλα εμιράτα. Είναι σαφώς περισσότερα, συν κάποια δώρα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.Εν κατακλείδι, η διαιτησία είναι ένα λειτούργημα, το ποίο έχει πολλά λεφτά… Πρέπει να ξέρεις να «πεθαίνεις»Το τελευταίο διάστημα διαπιστώνουμε μια αλληλουχία αποχωρήσεων ή τάσεων για αποχωρήσεις από προβεβλημένους παράγοντες του ποδοσφαίρου. Αν αναφερθούμε στις πλέον προβεβλημένες, αρχής γενομένης από τους Μελισσανίδη και Καρρά και τον Ντέμη Νικολαΐδη, είχαμε την περίπτωση του Σωκράτη Κόκκαλη, της οικογένειας Βαρδινογιάννη, των Ανδρέα Βγενόπουλου και Νικόλα Πατέρα και εσχάτως και του εφοπλιστή Παππά. Ασφαλώς και οι λόγοι της αποχώρησης του καθενός είναι διαφορετικοί. Όμως έχει τη σημειολογία του ο τρόπος που ο καθένας φεύγει.Αν σταθούμε στις πιο πρόσφατες αποχωρήσεις με συγκεκριμένη αιτία, θα δούμε ότι με ιδιαίτερη αξιοπρέπεια προσπάθησε να περιβάλλει την οριστική του, καθώς φαίνεται, απόφαση ο Τζίγκερ και η οικογένειά του. Την ίδια εντύπωση δεν φαίνεται να δημιούργησαν στο φίλαθλο κόσμο οι αποχωρήσεις Βγενόπουλου και Πατέρα, ενώ και η συνέντευξη Παππά, με την οποία προανήγγειλε το δικό του «φευγιό», κάθε άλλο παρά θα μείνουν στη μνήμη μας ως «ντόμπρες εξηγήσεις». Κι αυτό διότι «γούστο και καπέλο» του καθενός είναι –ειδικά μάλιστα όταν έχει να κάνει με την τσέπη του– το να αποφασίσει την από ένα σημείο κι έπειτα πορεία του. Όμως έχει σημασία όχι μόνο πως το δικαιολογείς αυτό, επαρκώς προς τα έξω, για να μην εκτεθείς και να μην παρεξηγηθείς σε ένα χώρο που οι παρεξηγήσεις, σκόπιμες ή από αφέλεια, είναι συχνές, αλλά και τα λόγια που λες να αντιπροσωπεύουν ευθύ άνδρα και όχι κακομοίρη. Με το να αναζητείς δικαιολογίες στα δήθεν λάθη άλλων ή σε καταστάσεις που δεν υπάρχουν, απλώς συνιστά την πιο τρανή επιβεβαίωση του αισώπειου μύθου: Ότι κάθε άνθρωπος, «δύο πήρας φέρει. Μίαν έμπροσθεν και μίαν όπισθεν». Που σε πιο απλά ελληνικά σημαίνει ότι βλέπεις μόνο το περιεχόμενο του σάκου που κουβαλάς μπροστά σου και όχι το περιεχόμενο του σάκου που είναι κρεμασμένος στην πλάτη σου. Σε ακόμη πιο απλά ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι «δεν βλέπει τη δικιά του καμπούρα»!Το χειρότερο γι’ αυτούς τους παράγοντες που αποχωρούν με αυτό τον τρόπο είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψουν και μάλιστα ως Μεσσίες. Γιατί αυτό που μένει στο μυαλό του φίλαθλου και κυρίως του οπαδού είναι ότι η ενασχόλησή τους με τα κοινά του ποδοσφαίρου έγινε είτε για προσωπική προβολή, επειδή δεν τους ήξερε κάποτε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους –για να δανειστούμε την «κατσιφάρεια» έκφραση– είτε για να δημιουργήσουν ένα «λαϊκό έρεισμα» που θα τους ήταν χρήσιμο για άλλα πράγματα που ενδεχομένως θα είχαν στο μυαλό τους, μια και τα «ερείσματα» αυτά αρκετές φορές λειτουργούν και ως ασπίδα.