Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Η «βιωσιμότητα» του χρέους

Τα λαϊκά στρώματα στενάζουν κάτω από το βάρος και των νέων μέτρων που προστίθενται πάνω σε αυτά που ήδη ισχύουν
Τις τεχνικές της λεγόμενης απομείωσης του ελληνικού κρατικού χρέους, τάχα ως «αντιστάθμισμα στις εξωφρενικές απαιτήσεις του ΔΝΤ», προβάλλει στο πρωτοσέλιδό της η εφημερίδα «Αυγή», σε ανάλογη ρότα με την επιχείρηση διαστρέβλωσης και συγκάλυψης της πραγματικότητας, τόσο από τη συγκυβέρνηση όσο και από άλλα αστικά επιτελεία. 

Την ίδια ώρα, η αποκατάσταση του χρέους σε επίπεδα τέτοια που θα το καταστήσουν «βιώσιμο» και «διαχειρίσιμο» έχει ως όρο και προϋπόθεση το κλείσιμο της «αξιολόγησης», την εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων μόνιμου χαρακτήρα, την παραπέρα κλιμάκωση των αναδιαρθρώσεων που κρίνονται αναγκαίες για την ανάκαμψη του κεφαλαίου.

Και, βέβαια, η όποια «ελάφρυνση», είτε με επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμών είτε με άλλους τρόπους, όχι μόνο δεν αποτελεί «αντιστάθμισμα» στην αντιλαϊκή πολιτική αλλά, αντίθετα, έρχεται να την υποθάλψει και να τη συμπληρώσει με νέα αντιλαϊκά μέτρα.

Σε κάθε περίπτωση, το ύψος της «ελάφρυνσης» του κρατικού χρέους θα κριθεί από τον όγκο των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων (μεταρρυθμίσεων), από την απογείωση της φοροληστείας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, από την κατακρεούργηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, των συντάξεων, των κρατικών κονδυλίων για πρόνοια - προστασία κ.ά., όπως άλλωστε διδάσκει και η εμπειρία από το «κούρεμα» του 2012, που βέβαια συνδυάστηκε με μπαράζ κάθε είδους μόνιμων παρεμβάσεων.
Ταυτόχρονα, το κρατικό χρέος είναι υπόθεση ξένη και εχθρική προς τα λαϊκά συμφέροντα.

Στη σημερινή φάση, η αποκατάσταση της «βιωσιμότητάς» του αποτελεί το «διαβατήριο» του εγχώριου κεφαλαίου και των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων για την προσέλκυση κερδοφόρων επενδύσεων και την επίτευξη υψηλών ρυθμών καπιταλιστικής ανάκαμψης. Η υπόθεση της «ελάφρυνσης» διευκολύνει την ανακατανομή πόρων, προκειμένου να αποδοθούν ξανά στο κεφάλαιο με τη μορφή κρατικών ενισχύσεων, φοροελαφρύνσεων, απαλλαγών, νέων προνομίων.

Επί της ουσίας, πρόκειται για τα μοναδικά «ανοιχτά» ζητήματα της αντιλαϊκής διαπραγμάτευσης, τα οποία ήδη έχουν βάλει στο αντιλαϊκό τραπέζι οι εγχώριοι βιομήχανοι και τα άλλα τμήματα του κεφαλαίου.

Σε αυτήν τη βεντάλια εκδηλώνονται οι κόντρες και οι αντιθέσεις ανάμεσα στην Ευρωζώνη και το ΔΝΤ, με αντικείμενο τον επιμερισμό της χασούρας, σε συνδυασμό βέβαια με τις γενικότερες εξελίξεις στις οικονομίες της Ευρωζώνης, αλλά και την «αβεβαιότητα» που αφορά στους αδύναμους κρίκους της, όπως η ελληνική οικονομία, που δεν μπορούν να ακολουθήσουν την κλίμακα της ανταγωνιστικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, η αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους αποτελεί το πρόκριμα για την επάνοδο του αστικού κράτους στις διεθνείς χρηματαγορές προς αναζήτηση φρέσκων δανείων (τα οποία φυσικά θα φορτωθούν και πάλι στις πλάτες του λαού), χωρίς τα οποία οι καπιταλιστικές οικονομίες, ανεξάρτητα από τη θέση τους στην πυραμίδα της ανταγωνιστικότητας, δεν μπορούν να προχωρήσουν ούτε ρούπι.

Την ίδια ώρα, τα λαϊκά στρώματα θα στενάζουν κάτω από το βάρος και των νέων μέτρων, που με τη σειρά τους έρχονται να προστεθούν πάνω σε αυτά που ήδη ισχύουν.

Ταυτόχρονα, η ρήτρα της απαρέγκλιτης εφαρμογής των μνημονίων, προκειμένου η «ελάφρυνση» να διατηρείται σε βάθος χρόνου, σημαίνει ότι ο λαός θα πληρώνει διπλά και τριπλά ένα χρέος που προκάλεσαν οι αστικές κυβερνήσεις για λογαριασμό του κεφαλαίου, ενισχύοντας την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Και, βέβαια, έχει τη σημασία του το γεγονός ότι τα αιματοβαμμένα «πρωτογενή πλεονάσματα» στους κρατικούς προϋπολογισμούς για όλα τα επόμενα χρόνια θα διαμορφώνονται στο 3,5% του ΑΕΠ, ως αποτέλεσμα των μόνιμων αντιλαϊκών μέτρων.

Όλα τα παραπάνω φανερώνουν το γιατί οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να «φάνε» το τυράκι της ελάφρυνσης του χρέους για να αποδεχτούν τα αντιλαϊκά μέτρα που προτάσσει η κυβέρνηση.

Αντανάκλαση: Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μας τη γνώμη σας