Με την Προβολή της ταινίας, «Η Όπερα της Πεντάρας», την Τετάρτη 5 Δεκέμβρη στις 20.30, στον κινηματογράφο «ΤΙΤΑΝΙΑ CINEMAX» (Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους), ξεκινάει το κινηματογραφικό αφιέρωμα για τον Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Το κινηματογραφικό αφιέρωμα πραγματοποιείται στο πλαίσιο του επιστημονικού συνεδρίου, που διοργανώνει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ στις 27 και 28 Απρίλη του 2013 αφιερωμένο στον κορυφαίο μαρξιστή διανοητή, δραματουργό, ποιητή και σκηνοθέτη Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο: «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να 'ρθούν».
Το πρόγραμμα του κινηματογραφικού αφιερώματος, έχει ως εξής:
- Τετάρτη 5 Δεκέμβρη (20.30) και Κυριακή 9 Δεκέμβρη (11.30): «Η όπερα της πεντάρας» (Γερμανία, 1931), σκηνοθεσία Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, μουσική Κουρτ Βάιλ, με τους Λότε Λένια, Ρούντολφ Φόστερ, Κάρολα Νέχερ.
- Τετάρτη 12 Δεκέμβρη (20.30) και Κυριακή 16 Δεκέμβρη (11.30) «Κούλε Βάμπε ή Σε ποιον ανήκει ο κόσμος;» (Γερμανία, 1931). Σενάριο Μπ. Μπρεχτ - Ερνστ Οντβαλντ, σκηνοθεσία Ζλάταν Ντούντοφ, μουσική Χανς Αϊσλερ.
- Τετάρτη 19 Δεκέμβρη (20.30) και Κυριακή 23 Δεκέμβρη (11.30) «Και οι δήμιοι πεθαίνουν» (ΗΠΑ, 1943). Σενάριο Μπ. Μπρεχτ - Φριτς Λανγκ, σκηνοθεσία Φριτς Λανγκ,σε πρώτη πανελλήνια προβολή.
- Τετάρτη 26 Δεκέμβρη (20.30) και Κυριακή 30 Δεκέμβρη (11.30) «Ο Αφέντης Πούντιλα και ο υπηρέτης του ο Μάττι» (Γερμανία, 1960). Σενάριο Χέλα Βουολιγιόκι σε συνεργασία με τον Μπρεχτ, σκηνοθεσία Αλμπέρτο Καβαλκάντι, σε πρώτη πανελλήνια προβολή.
Οι προβολές θα γίνονται στον κινηματογράφο «ΤΙΤΑΝΙΑ CINEMAX» (Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους), με δωρεάν είσοδο.
«Η Όπερα της Πεντάρας» (Γερμανία, 1931)
Σκηνοθεσία: Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ
Μουσική: Κουρτ Βάιλ
Παίζουν: Λότε Λένια, Ρούντολφ Φόστερ, Κάρολα Νέχερ.
Δυο λόγια για την υπόθεση: Ο κος Πίτσαμ, είναι ιδιοκτήτης μιας τεράστιας επιχείρησης εκμετάλλευσης ανέργων που δουλεύουν σαν «εξειδικευμένοι» ζητιάνοι. Ο γοητευτικός Μακήθ, με εμφάνιση «κυρίου» είναι μαστροπός και κλέφτης. Σαν επιχειρηματίες έχουν αντιπαλότητες, αλλά συνεργάζονται και οι δυο με το διεφθαρμένο αρχηγό της Αστυνομίας του λαϊκού Σόχο, Τάιγκερ Μπράουν. Ο Μακήθ ερωτεύεται την Πόλυ, κόρη του Πήτσαμ και μοναδική κληρονόμο της επιχείρησης, την οποία παντρεύεται κρυφά από τους δικούς της, γιατί έχει σκοπό να βάλει στο χέρι τα κέρδη του πατέρα της. Η σκηνή του γάμου στην υπόγεια, βρωμερή αποθήκη που, για την περίσταση, μετατρέπεται με τα κλοπιμαία, σε αίθουσα κραυγαλέας πολυτέλειας, είναι μια πολύ σημαντική προσθήκη του Μπρεχτ στο πρωτότυπο κείμενο. Ο κος Πίτσαμ μαθαίνει για το γάμο, καταλαβαίνει ότι οι μπίζνες του κινδυνεύουν και καρφώνει στον αρχηγό της Αστυνομίας τον Μακήθ για τις κλοπές. Εκβιάζει μάλιστα τον Τάιγκερ Μπράουν πως θα χάσει τη θέση του, αν δεν κλείσει τον Μακήθ στην φυλακή, γιατί θα του καταστρέψει την παρέλαση για τη στέψη της Βασίλισσας, βγάζοντας στους δρόμους ορδές ζητιάνων που θα απαιτούν κοινωνική δικαιοσύνη. Ο αστυνόμος προειδοποιεί τον Μακήθ, που πριν φύγει, περνά να αποχαιρετήσει τις πόρνες του.
Η Τζένη πάντα ερωτευμένη μαζί του, τον καταδίδει από ζήλεια. Ο Μακήθ συλλαμβάνεται, αλλά κρατείται σαν βασιλιάς... Στο μεταξύ η Πόλυ, εκσυγχρονιστικό επιχειρηματικό πνεύμα, συνειδητοποιώντας ότι είναι πολύ πιο αποδοτικό να ληστεύεις με τις ευλογίες του νόμου, αγοράζει μια τράπεζα όχι στο Σόχο, αλλά στο Σίτυ του Λονδίνου. Γίνεται ιδιοκτήτρια καθωσπρέπει τραπεζικής μπίζνας και «ντύνει» χαρακτηριστικά τους πρώην κλέφτες και εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου ως «ευυπόληπτους κυρίους»...
Για την κινηματογραφική μεταφορά: Η κινηματογραφική «Όπερα της Πεντάρας» (1931) σε σκηνοθεσία Παμπστ, αμφισβητήθηκε από τους Μπρεχτ και Βάιλ, γιατί αλλοίωνε τη βασική πρόθεση του θεατρικού πρωτοτύπου (ανέβηκε το 1928), που ήταν το ταρακούνημα του κοινού. Το «σπρώξιμο» δηλαδή των θεατών προς μια ενεργητική, «διανοητική» συμμετοχή απέναντι στα δρώμενα, ώστε να «εξαναγκάζεται» κάποιος να πάρει επιτέλους θέση γι' αυτά που συμβαίνουν στην οθόνη, ως καλλιτεχνική αντανάκλαση της πραγματικότητας. Οι Μπρεχτ και Βάιλ, πούλησαν τα δικαιώματα του έργου στην εταιρεία Nero Film, υπό τον όρο να κάνουν οι ίδιοι και την κινηματογραφική διασκευή. Αποδείχθηκε ότι οι διαφορές ανάμεσα στο μπλοκ της εταιρείας και του Παμπστ από τη μια και των δημιουργών της θεατρικής «όπερας» από την άλλη, ήταν αγεφύρωτες και στο τέλος η συνεργασία διακόπηκε. Στα δικαστήρια που οι δημιουργοί έσυραν τους αντίδικους, ο Μπρεχτ έχασε την δίκη, ενώ ο Βάιλ την κέρδισε.
Από την ώρα που το κατά βάση θεατρικό σενάριο δε θα αποδιδόταν ρεαλιστικά στο σινεμά, ο Παμπστ εφάρμοσε τη συνήθη του, κατά προσέγγιση, μέθοδο: αντί να διεισδύσει στον πραγματικό κόσμο, κατασκεύασε έναν άλλο, μη πραγματικό. Η ταινία είναι βυθισμένη σε μια «αλλόκοτη φανταστική ατμόσφαιρα» που εξασθενεί τη δύναμη του έργου, εξαιτίας και της προσήλωσης του σκηνοθέτη στην τεχνική των φωτοσκιάσεων (chiaroscuro) που στιλιστικά δημιουργούν - με την επίκληση της «διάθεσης» (Stimmung) - έναν κόσμο «ονειρικό». Ίσως κατ' απαίτηση του παραγωγού, όπως αναφέρει η Αισνερ.
Ενώ η σκηνοθεσία στη σκηνή απομόνωνε τα επεισόδια του έργου, ώστε να τονιστεί ο ιδιότροπος, καλειδοσκοπικός τους χαρακτήρας, η ταινία εξαλείφει όλες τις τομές για να υπηρετήσει ένα συνεπές, ομοιόμορφο σύνολο. Τα πλακάτ στη σκηνή, υπό μορφή διάτιτλων, με σχόλια και σφοδρούς, ειρωνικούς αφορισμούς του Μπρεχτ που γεφύρωναν σκηνή και πραγματικότητα και δημιουργούσαν μια διαφορετική ατμόσφαιρα από τις μακέτες του σκηνικού, έφυγαν. Στο θεατρικό, τα τραγούδια του Βάιλ συγκροτούν τους άξονες του έργου και αναδύονται στην επιφάνεια από το συνεχώς αυθόρμητο διάλογο, ενώ αντίθετα στην ταινία του Παμπστ δε συνιστούν τίποτα περισσότερο από ευχάριστη διάνθιση. Η εντύπωση που τα τραγούδια του Βάιλ δημιουργούν, αμβλύνεται από την ίδια την ατμόσφαιρα. Παρότι «οπτικοποιούνται» μεγάλο μέρος από τη δύναμή τους εξουδετερώνεται ή χάνεται εντελώς.
Ωστόσο, στο σύνολό της, η ταινία διατηρεί κάποια στοιχεία κοινωνικής σάτιρας, αυθεντικού λυρισμού, αλλά και κάτι από επαναστατικό χρώμα, το οποίο ο Χάρι Αλαν Ποτάμκιν, Αμερικάνος κριτικός κινηματογράφου, εντοπίζει στις τελευταίες σεκάνς, στην ανυπακοή των ζητιάνων στον εργοδότη τους Πίτσαμ και στην επιστροφή των επαιτών διαδηλωτών με τα αντιπολεμικά πλακάτ, μέσα στο σκοτάδι των στενών παράδρομων, την ώρα της παρέλασης για την ενθρόνιση της Βασίλισσας. Ο Ποτάμκιν χαρακτηρίζει αυτό το πέρασμα των ζητιάνων ως «ιδιαίτερα συνταρακτική προσέγγιση μιας επαναστατικής παρέλασης».
Οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους διατηρούν κάτι από την αιχμηρή απαγγελία και τον μπρεχτικό σαρκασμό. Σημειωτέον ότι ο Ερνστ Μπους (αφηγητής), η Καρόλα Νέχερ(Πόλα Πίτσαμ) και η σύζυγός του Βάιλ, Λότε Λένια (Τζένι) ήταν μέλη της θεατρικής ομάδας και είχαν διδαχθεί την τεχνική της εκφοράς του στίχου των τραγουδιών από τον ίδιο τον Μπρεχτ. Η σφριγηλή κατήφεια του πρωτοτύπου δεν εξαφανίστηκε ολοσχερώς από την ταινία και χάρη στους παραπάνω πρωταγωνιστές, που διατήρησαν στο φιλμ τους ρόλους που κρατούσαν την θεατρική παράσταση...
Αντανάκλαση: 902.gr
